Εξωδικαστικός μηχανισμός: Η «προστασία» που οπλίζει τα funds με εκτελεστό τίτλο
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις των άρθρων 14 και 27 του Ν. 4738/2020 εμφανίζονται ως σωσίβιο για την κύρια κατοικία. Στην πραγματικότητα, πίσω από την επικεφαλίδα της «προστασίας» κρύβεται μία από τις πλέον επικίνδυνες δικονομικές ανατροπές των τελευταίων ετών: η μετατροπή της σύμβασης αναδιάρθρωσης σε εκτελεστό τίτλο υπέρ των πιστωτών και των funds, κατά το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ΄ ΚΠολΔ, χωρίς να έχει προηγηθεί κανένας ουσιαστικός δικαστικός έλεγχος της απαίτησης. Και το ερώτημα που οφείλει να τεθεί ευθέως είναι ένα: ποιον υπηρετεί μία Κυβέρνηση που νομοθετεί κατ' αυτόν τον τρόπο;
Νομοθετική πλειοψηφία στην υπηρεσία των funds
Η Κυβέρνηση διαθέτει τη νομοθετική πλειοψηφία.
Τη διαθέτει για να τη θέτει στην υπηρεσία του δημοσίου συμφέροντος, όχι για να τη μετατρέπει σε εργαλείο εξυπηρέτησης ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος που, αντί να εξυγιανθεί, ολισθαίνει όλο και βαθύτερα στη σήψη και την παρακμή.
Επί μία δεκαπενταετία ο Έλληνας πολίτης πλήρωσε ανακεφαλαιοποιήσεις, εγγυήσεις και προγράμματα διάσωσης. Και αντί το σύστημα να καθαρίσει, οι απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν σε εταιρείες ειδικού σκοπού με εξευτελιστικά τιμήματα, οι servicers εγκαταστάθηκαν ως παράλληλη εξουσία είσπραξης και τώρα ο νομοθέτης καλείται να καλύψει, με τη βούλα της Βουλής, τις αποδεικτικές και νομιμοποιητικές αδυναμίες τους. Αυτό δεν είναι νομοθέτηση. Είναι νομοθετική συνδρομή σε ιδιωτικά συμφέροντα. Το κράτος, αντί να στέκεται εγγυητής της ισότητας των διαδίκων, λειτουργεί ως μπράβος του πιστωτή, ως εισπρακτικός βραχίονας ενός συστήματος που φοβάται τη δικαστική αίθουσα επειδή γνωρίζει ότι εκεί οι απαιτήσεις του καταρρέουν.
Το πρόβλημα δεν είναι η ρύθμιση, είναι ο τίτλος
Όταν ο πιστωτής ζητά διαταγή πληρωμής ή ασκεί αγωγή, υποχρεούται να αποδείξει εγγράφως την απαίτηση, την ενεργητική του νομιμοποίηση, τη νόμιμη μεταβίβαση και το εκκαθαρισμένο υπόλοιπο, ενώ ο οφειλέτης μπορεί να αμυνθεί με ενστάσεις παραγραφής, ανεκκαθάριστου, έλλειψης νομιμοποίησης και πλημμελούς μεταβίβασης. Με τη νέα ρύθμιση, ο έλεγχος αυτός απλώς παρακάμπτεται. Το fund αποκτά τίτλο εκτέλεσης, δηλαδή δυνατότητα επιταγής προς πληρωμή, κατάσχεσης και πλειστηριασμού, μέσα από μία σύμβαση που ο οφειλέτης υπέγραψε υπό την απειλή απώλειας του σπιτιού του και μέσα σε ασφυκτική προθεσμία.
Ποιες απαιτήσεις «νομιμοποιούνται»
Ο εξωδικαστικός δεν αφορά μόνο καθαρές και πρόσφατες απαιτήσεις. Στην πράξη περιλαμβάνει παλαιά δάνεια της πρώην Αγροτικής Τράπεζας υπό ειδική εκκαθάριση που πέρασαν από την PQH σε funds, απαιτήσεις κυπριακών τραπεζών (MARFIN, Τράπεζα Κύπρου, Ελληνική) με νομολογημένη αμφισβητούμενη αλυσίδα μεταβιβάσεων, διογκωμένες πιστωτικές κάρτες, ανεκκαθάριστα υπόλοιπα αλληλόχρεων λογαριασμών ακόμη και παραγεγραμμένες οφειλές. Και υπάρχει ένα ζήτημα που βρίσκεται ακόμη βαθύτερα: η ίδια η εγκυρότητα των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης των απαιτήσεων. Όταν η μεταβίβαση δεν έχει τηρήσει τις αυστηρές προϋποθέσεις του νόμου που τη διέπει, η σύμβαση πώλησης πάσχει ακυρότητας και ο φερόμενος ως δικαιούχος, δηλαδή η εταιρεία ειδικού σκοπού και η διαχειρίστρια που ενεργεί στο όνομά της, απλώς δεν νομιμοποιείται ενεργητικά. Δεν πρόκειται για τεχνική λεπτομέρεια αλλά για το θεμέλιο κάθε αξίωσης: αν η αλυσίδα των τίτλων είναι ελαττωματική, το fund δεν είναι δανειστής και δεν δικαιούται ούτε να ρυθμίζει ούτε να εισπράττει ούτε να εκτελεί. Πρόκειται, συνολικά, για απαιτήσεις που, ενώπιον δικαστηρίου, μπορούν να αποκρουστούν με βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας. Με την ένταξή τους σε μία συνολική σύμβαση αναδιάρθρωσης, οι ίδιες απαιτήσεις, ακόμη και εκείνες που εμφανίζει φορέας χωρίς νόμιμο τίτλο κτήσης, αποκτούν εκτελεστικό κύρος που δεν θα αποκτούσαν ποτέ δικαστικά. Ο οφειλέτης, αντί να αξιοποιήσει την αποδεικτική αδυναμία του πιστωτή, του χαρίζει ο ίδιος το δικονομικό έρεισμα που εκείνος στερούνταν. Και η Κυβέρνηση, αντί να απαιτήσει από τα funds να αποδείξουν πρώτα ότι είναι πράγματι δανειστές, τους προσφέρει έτοιμο τον τίτλο.
Η ψευδοαναδρομικότητα: κοιμώμενος τίτλος και για τους συνεπείς
Ακόμη σοβαρότερο, η νέα εκτελεστότητα δεν αφορά μόνο τις μελλοντικές ρυθμίσεις. Κατά τις μεταβατικές διατάξεις του ν. 5313/2026, η σύμβαση αναδιάρθρωσης ισχύει αφ' εαυτής ως εκτελεστός τίτλος και για όσες συμβάσεις έχουν ήδη καταρτισθεί, με ισχύ από τη δημοσίευση του νόμου (25.6.2026). Αυτό σημαίνει κάτι που πρέπει να ειπωθεί με όλη του τη βαρύτητα: ο δανειολήπτης που υπήχθη στον εξωδικαστικό το 2024 ή το 2025 και υπηρετεί συνετά τη ρύθμισή του ξύπνησε στις 25.6.2026 με ένα έγγραφο στο συρτάρι του που, χωρίς καμία νέα δήλωση βούλησης, χωρίς καν να ερωτηθεί, μετατράπηκε σε εκτελεστό τίτλο. Όσο πληρώνει, ο τίτλος κοιμάται, αφού εκτελεστές καθίστανται οι απαιτήσεις που αναβιώνουν κατά την παρ. 2 του άρθρου 27, δηλαδή μετά την υπερημερία και την καταγγελία. Με το πρώτο όμως σκόνταμμα, τρεις δόσεις ή το 3% του συνόλου, μία ασθένεια, μία επαγγελματική ατυχία, ο πιστωτής δεν χρειάζεται πλέον ούτε διαταγή πληρωμής ούτε αγωγή. Καταθέτει τη σύμβαση στη γραμματεία, λαμβάνει ατελώς απόγραφο και επισπεύδει εκτέλεση για τις αναβιωμένες απαιτήσεις στα προ ρυθμίσεως ύψη τους, αφαιρουμένων μόνο των καταβολών. Ο οφειλέτης υπέγραψε υπό ένα δικονομικό καθεστώς και δεσμεύεται πλέον από άλλο, αυστηρότερο, κατά προφανή προσβολή της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.
Και υπάρχει ένα σημείο που έχει περάσει σχεδόν αθόρυβα, ενώ αφορά ευθέως και τον απολύτως συνεπή δανειολήπτη. Η νέα παρ. 4 του άρθρου 27 ορίζει ότι η σύμβαση αναδιάρθρωσης επιτρέπει την εγγραφή συντηρητικής κατάσχεσης και προσημείωσης υποθήκης δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 724 ΚΠολΔ, χωρίς να εξαρτά ρητά τη δυνατότητα αυτή από προηγηθείσα αθέτηση. Κατά γράμμα, δηλαδή, ο πιστωτής μπορεί να εγγράφει εξασφαλιστικά μέτρα επί της περιουσίας οφειλέτη, εγγυητή και συνοφειλέτη ενόσω η ρύθμιση εξυπηρετείται κανονικά.
Ο πολίτης που τηρεί στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του βλέπει την περιουσία του να βαρύνεται σαν να είχε ήδη αθετήσει. Η παγίδα κλείνει και για τους εγγυητές, τους συνοφειλέτες και τους ασφαλειοδότες που συμβλήθηκαν: η συνυπογραφή τους δημιουργεί εκτελεστότητα και σε βάρος της δικής τους περιουσίας, αποδυναμώνοντας σιωπηρά τις ενστάσεις που τους αναγνωρίζει το άρθρο 853 ΑΚ.
Εκποίηση με περιορισμένη άμυνα
Στο πεδίο της εκποίησης των λοιπών ακινήτων, η διαδικασία κινείται με βάση τη σύμβαση και όχι με την κλασική διαδρομή της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Αν περιοριστούν τα βασικά ένδικα βοηθήματα, όπως η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η ανακοπή τρίτου του 936, η διορθωτική του 954 παρ. 4 και η αναστολή του 938, τότε η «ταχύτητα» της διαδικασίας δεν είναι αρετή. Είναι το αποτέλεσμα της συρρίκνωσης του δικαστικού ελέγχου, με ευθεία τριβή προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Η δικαστική προστασία που ασκείται αφού χαθεί η περιουσία δεν είναι προστασία, είναι επιτάφιος.
Το συμπέρασμα
Ο δανειολήπτης που προσέρχεται στον εξωδικαστικό για να σώσει το σπίτι του κινδυνεύει να εξέλθει έχοντας θεραπεύσει, με τη δική του υπογραφή, τις αδυναμίες του πιστωτή του.
Χωρίς ρητή πρόβλεψη ότι η υπογραφή δεν συνιστά αναγνώριση ή παραίτηση από ενστάσεις, χωρίς αναλυτική εξατομίκευση κάθε απαίτησης και χωρίς πραγματικό χρόνο νομικού ελέγχου, ο μηχανισμός δεν ρυθμίζει οφειλές. Νομιμοποιεί εκτελεστικά προβληματικές απαιτήσεις και μεταφέρει τον δικονομικό κίνδυνο από το fund στον οφειλέτη.
Η ευθύνη έχει όνομα και διεύθυνση: είναι η Κυβέρνηση που, με την άνεση της κοινοβουλευτικής της πλειοψηφίας, επιλέγει να νομοθετεί όχι για τον πολίτη αλλά για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όχι για την εξυγίανση αλλά για τη συγκάλυψη της σήψης του. Ένα σύστημα που χρειάζεται τον νομοθέτη για να αποκτήσει εκτελεστούς τίτλους δεν είναι υγιές, είναι σύστημα που ομολογεί ότι δεν αντέχει τον δικαστικό έλεγχο. Και μία Κυβέρνηση που του προσφέρει αυτή την υπηρεσία δεν κυβερνά, διεκπεραιώνει. Καμία επίκληση προστασίας της κύριας κατοικίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μετατροπή αμφισβητούμενων και ανεκκαθάριστων απαιτήσεων σε εκτελεστούς τίτλους χωρίς προηγούμενο ουσιαστικό έλεγχο. Αυτό δεν είναι διέξοδος. Είναι παγίδα με νομοθετική σφραγίδα και με πολιτική υπογραφή.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών